ακτιβιστής οκνηρίας

xρημάτισα υπουργός απέχθειας καθώς και συνδικαλιστικό όργανο ανισορροπίας. τις απελεύθερες στιγμές μου αποτυπώνω μηδενικά σε πάλλευκους κόσμους. διέπομαι από την έμμονη της αναδόμησης μη αναστρέψιμων στιγμών ηδονής και έχω ενστάσεις για την αρχετυπική μορφή του ωραίου

Wednesday, May 11, 2011

θέατρο παραφώνου

- Mε ρώτησες και σου απάντησα
- Ζητάω μια καθαρή εξήγηση
- Και εγώ στην δίνω. Τι κρίμα που οι λέξεις μου αυτή τη βδομάδα βγαίνουν ανάποδα.
- Ναι καλά, και την προηγούμενη ήταν άηχες αλλά ήσουν ξεκάθαρος
- Και τώρα νομίζεις πως σου κάνω πλάκα;
- Ναι.
- Καλά νομίζεις
- Είδες που δεν είσαι δίκαιος τώρα;
- Είμαι δίκαιος μόνο με τους άδικους
- Γιατί;
- Μόνο αυτοί καταλαβαίνουν πόσο άδικο είναι να είσαι δίκαιος σε ένα κόσμο που θεωρείται αδικία η έλλειψή δικαίου
- Μα τι είναι αυτά που λες πια; Παραληρείς…
- Θυμάσαι τότε, το καλοκαίρι στην … (η παύση να είναι φυσική σαν να έχει ειπωθεί όνομα);
- Φυσικά! Είχαμε περάσει τόσο ωραία. Ήμασταν όλη η παρέα εκείνο το καλοκαίρι. Δεν έλειψε ούτε ένας. Ακόμα και ο βλάκας ο … (παύση-ονομασίας) ήταν μαζί. Μέσα στη βρώμα γυρνάγαμε, θυμάσαι; Αλλά δεν μας ένοιαζε. Και εκείνες οι ντουζιέρες… τίγκα στα σκατά, θυμάσαι; Τελικά αυτοί οι …. (παύση-ονομασίας) είναι πολύ βρωμιάρηδες. Τα βράδια… αχ εκείνα τα βράδια έξω από τις σκηνές… θυμάσαι τη φάση που….
- (Την διακόπτει απότομα) Σκάσε! Βούλωστο! Ηλίθια. Εκείνο το καλοκαίρι ήταν το χειρότερο της ζωής μου. Όσο σκέφτομαι πόσο αηδιαστικά χαρούμενοι ήμασταν με πιάνει αναγούλα. Εκείνο το καλοκαίρι ηλίθια εγώ πέθανα.
- Μα τι λες; Είσαι μαλάκας; Αν είχες πεθάνει εγώ δε θα ήμουν εδώ μαζί σου σήμερα; (σκύβει το κεφάλι της για λίγο σαν να προσπαθεί να συνειδητοποιήσει κάτι, για μερικά δευτερόλεπτα και τινάζεται πάνω κοιτώντας τον με οργή) Εγώ είμαι ηλίθια ρε ηλίθιε; Ε; εγώ; Εγώ που δεν έκανα ποτέ μα ποτέ κάτι για εσένα; Εγώ που όποτε μου ζήτησες τη βοήθεια μου δεν στην έδωσα ποτέ; Εγώ που υπήρχα για να καταστρέφω κάθε σχέση σου; ΕΓΩ;;; Είσαι τόσο μα τόσο άδικος;
- Τελείωσες;
- Όχι! Έχω πολλά να μη σου πω! (κάνει κύκλους γύρω του σαν διανοούμενος που προσπαθεί να βρει λύση για την ύπαρξη του θεού) Καταρχάς δεν πρόκειται ποτέ μα ποτέ να σου πω ότι σκότωσα την μάνα και τον πατέρα σου. Δεν θα μάθεις ποτέ πως εγώ ήμουν ο δολοφόνος. Δεν πρόκειται να μάθεις καμία λεπτομέρεια. Νομίζεις πως θα σου πω ότι με είχε καλέσει σπίτι για να μου μιλήσει για εσένα; Σιγά μη σου πω. Θα τα πάρω όλα μαζί μου στο τάφο μου. Δεν πρόκειται να μάθεις ποτέ πως εγώ σε αγάπησα περισσότερο από …. (κενό). Σε λάτρεψα σαν θεό αλλά ποτέ δε σε άφησα να καταλάβεις το παραμικρό μαλάκα. Δε σου άξιζε να αγαπηθείς. Δε σου άξιζε να αγαπηθείς και να το γνωρίζεις. Δε θα σου πω πως ακόμα και η μάνα σου σε μισούσε. Δε θα μάθεις ποτέ ότι ευχόταν κάθε βράδυ να ξυπνήσει το πρωί και εσύ να έχεις πνιγεί με τις κορδελίτσες που σου έβαζε μέσα στη κούνια. Δεν θα μάθεις ποτέ.
- Καλώς. Τώρα τι άλλο απομένει; Να μου πεις πως η ζωή είναι ακόμα ωραία; Ότι οι άνθρωποι αγαπούν και πως κάθε μόριο στο σύμπαν δημιουργεί ενώσεις; Είσαι τόσο φαιδρή.
- Μαλάκα
- Έχεις ωραία βυζιά. Έχεις ακόμα ωραία στητά βυζιά. Τα θυμάμαι από τότε. Όταν έπιανα τα βυζιά σου όλος ο κόσμος βρισκόταν στα χέρια μου. Θυμάσαι που σου έλεγα πόσο μαλακία θεωρία είναι ότι ο θεός παίζει ζάρια; Ο θεός αν είναι θεός θα έπρεπε να παίζει με τα βυζιά σου. Τα ζάρια πέφτουν στο πάτωμα ενώ τα βυζιά σου παίζουν με την βαρύτητα και την κερδίζουν.
- Είναι ακόμα ωραία;;; λες αλήθεια;; σαρέσουν ακόμα; Πιάστα; (οι παλάμες του χουφτώνουν κυκλικά τον αέρα σε απόσταση αναπνοής από το στήθος της)
- Είναι.
- Το λες αλήθεια; Σου αρέσουν;
- Είναι μεγάλα και στητά σαν της ….. (παύση)
- Λες ψέματα
- Λέω αλλά τα βυζιά σου δεν είναι συνηθισμένα. Όταν τα χουφτώνεις για πολύ ώρα καταλαβαίνεις γιατί είναι πάντα τόσο στητά. Νιώθεις το φτερούγισμα τους. Πολλά μικρά αηδιαστικά φτεράκια που πλαταγίζουν στον λιπώδη ιστό προσπαθώντας να βρουν την έξοδο (ακούγονται μύγες). Τελικά έχουν δίκιο όταν λένε πως ένα κιλό λίπους γίνεται ελκυστικό μόνο όταν έχει μια ρώγα πάνω του.
- Και η μάνα μου έτσι ήταν. Τα είχε μεγάλα και στητά. Δεν άφηνε το μπαμπά να της τα ζουλάει. Βλέπεις ήταν κυρία (με ειρωνεία), γαμιόταν μόνο με ντελικάτους πούτσους και τα χέρια του μπαμπά εκτός ότι είχαν πάρει το μυστρί εργολαβία ήταν και σκληρά σαν ξεραμένα σύκα. Αναρωτιέμαι τι της βρήκε και την παντρεύτηκε. Ξινή, σκύλα, κοκέτα, κοντούλα με ζουμερό κώλο και με μεγάλα στητά βυζιά σαν και τα δικά μου…
- Αυτά τις βρήκε! Και εσύ κατά λάθος τους φορτώθηκες. Δεν σε ήθελαν ποτέ. Κανείς δεν σε ήθελε. Ακόμα και εγώ σκέφτομαι αν όντως ήθελα εσένα ή τα στητά βυζιά σου
- Σ’ αγαπώ. Πάντα σε αγαπούσα. Είχες έναν τρόπο να σκορπίζεις θλίψη στους γύρω σου. Κανείς δε μπορούσε να δημιουργήσει τέτοια ανησυχία σε άλλον. Μονάχα εσύ κακέ μου (με πολύ τρυφερότητα το κακέ μου)
- Πάψε σου λέω
- Μόνο εσύ με τα γλυκά λογυδριακά σου σφάλματα που με συνωμοτική θέρμη άδραχνες πάνω σε καμβάδες πόνου και πόθου εκείνα τα μοναχικά βράδια…
- Γδύσου! (βγάζει το πουκάμισο της)
- Εσύ ήσουν εκείνος που μίσησα με τόση απεριόριστη αγάπη. Ό,τι και αν βγήκε ποτέ από το στόμα σου ήταν ζυμωμένο με το ψέμα….
- Βγάλε το σουτιέν σου θέλω να πιάσω τα βυζιά σου τώρα! (βγάζει το σουτιέν της)
- Ξέρεις γιατί σε μισώ τόσο πολύ που σχεδόν αγγίζει τα όρια της αγάπης;
- Σκάσε πια και βγάλτα όλα βρώμα
- Γιατί είσαι ο μόνος άνθρωπος που περπάτησε από την μέρα της γέννησης του στα μονοπάτια της καρδιάς. Τα ψέματα σου είναι ό,τι πιο αληθινό έχω ακούσει ποτέ στη ζωή μου. Αλήθεια θυμάσαι πότε γεννήθηκες;
- Πρώτη Απριλίου 1969. Γύρνα να σε δω τώρα, τελείωνε!
- Ακριβώς για αυτό σε αγαπώ. Γεννήθηκες ψεύτης. Τι πιο αληθινό από αυτό.
- Βρωμάς. Φύγε. Ζέχνεις αναμνήσεις, αγκομαχητά, και αλμύρα. Είσαι τόσο αηδιαστική. Κοιτάξου στο καθρέφτη και πες δυνατά «Είμαι μια βρωμιάρα! Είμαι τόσο πολύ που κανένα νερό δεν μου αξίζει.»
- (Τον κοιτάει δακρυσμένη)
- (Την χαστουκίζει)
- Για σένα είμαι μια βρωμιάρα. Είμαι τόσο πολύ που κανένα νερό δε μου αξίζει. (Μπαίνει το ρεφραίν από το Water of love των Dire Straits)
- (Απαγγέλει) Για σένα έδρεψα τα αυγινά στάχυα της ζωής. Με μια δύσθυμη κατάρα να ίπταται και να θρονιάζεται στα υπέρθυρα της ψυχής μου…(Συνεχίζει ημίγυμνη και γονατισμένη μπροστά του την απαγγελία) Για σένα δηλώθηκα σαν γητευτής του χάους και υπέρμαχος μιας ακατανόητης ,για τις δυνατότητες μου, γνώσης του όλου. Διάβολε! για σένα, πήγα μέχρι το περίπτερο και ας βαριόμουνα. Για σένα, μάζεψα ασφόδελους, απ’των αξέχαστων στιγμών μου τα μυθικά λιβάδια. Και συ, μονάχα ζήτησες την συγκατάβαση των άτεγκτων βλεφάρων μου για τον μικρό σου ορίζοντα, και μια αγάπη έστω και νοθευμένη με της απάθειας το μίασμα. Με θάνατο στα χείλια είπαμε το ¨ναι¨ της άρνησης.
- Πάντα αγαπούσα αυτόν τον στίχο;
- Ποιον;
- Αυτόν που ποτέ δεν κατάφερες να γράψεις.
- Είσαι τόσο αληθινά κακός…
- Είμαι τόσο κακά αληθινός. Εσύ όμως τι είσαι; Ε;; Πες μου επιτέλους τι σκατά είσαι; Ένα δουλικό σκέψεων αποτυχημένων εραστών; Μια καρφίτσα από πλατίνα ανάμεσα σε πρόκες; Τι;;;; Εγώ φταίω για όλα, εσύ όμως φταις για τίποτα! Ναι το παραδέχομαι, υπήρχαν στιγμές που ζήλευα την ευφυΐα σου, το ξεχορτάριασμα στους τάφους των περασμένων σου ζωών, τις αναμνήσεις σου. Δεν είχα ποτέ μου αναμνήσεις, μόνο φαντασιώσεις. Φαντασιώσεις που ζωντάνευαν κάθε βράδυ που έμενα μόνος μου. Ήθελα να με αγαπήσουν, να με κάνουν θεό, να είμαι ο μοναδικός όλων. Μετά ήρθες εσύ. Και τα έκανες όλα να μοιάζουν με εφιάλτη. Πού βρήκες τόση καλοσύνη; Γιατί να είσαι καλή; Είναι κακό να είσαι καλός δε το ξέρεις; Το καλό πρέπει να πεθάνει μαζί σου. Η ύπαρξη σου δημιουργεί αναφυλαξία στο σύμπαν. Με τρομάζεις με την τόση καλοσύνη σου. Το καλό δεν θα έπρεπε να τρομάζει έτσι δεν είναι; Εμένα όμως με τρομάζει τόσο πολύ που είμαι έτοιμος να αυτομολήσω στην μεριά του. Είναι προτιμότερο να είμαι με τους δυνατούς. Δεν θέλω να τρομάζω άλλο. (κλαίει

0 Comments:

Post a Comment

Links to this post:

Create a Link

<< Home